Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

18 Νοεμβρίου 1826. Σαν σήμερα ξεκινά η μάχη της Αράχωβας.

 



 ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ!







Με την έναρξη της Επανάστασης, η Αράχωβα, το σημερινό χειμερινό τουριστικό θέρετρο στις υπώρειες του Παρνασσού, απελευθερώθηκε από τους λίγους Τούρκους που ζούσαν εκεί. Το 1823 όμως, κατά την εκστρατεία του Γιουσούφ Περκόφτσαλη πασά στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, τουρκικός στρατός ανάγκασε τους αριθμητικά λιγότερους Έλληνες να εγκαταλείψουν την κωμόπολη, η οποία κάηκε στις 10 Ιουνίου.
Η Αράχωβα βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο τον Νοέμβριο του 1826, όταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης πραγματοποίησε εκστρατεία στις «προσκυνημένες» περιοχές της Στερεάς Ελλάδας για να αναζωπυρώσει το επαναστατικό πνεύμα των κατοίκων της και να αναγκάσει τον Κιουταχή να στείλει δυνάμεις εναντίον του, εξασθενώντας το στρατόπεδό του στην Αθήνα που πολιορκούσε την Ακρόπολη.
Στις 17 Νοεμβρίου 1826 ο Καραϊσκάκης με τους άνδρες του έφθασε στο Δίστομο, όπου στρατοπέδευσε. Επειδή φοβόταν κατάληψη της Αράχωβας, περιοχής με στρατηγική σημασία, φρόντισε να την καταλάβει, προτού προλάβουν οι Τούρκοι. Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι έχοντες πληροφορηθεί την εμφάνιση ελληνικού στρατού στην περιοχή έστειλαν από τη Λιβαδειά τον Μουστάμπεη με 2.000 επίλεκτους Τουρκαλβανούς και 200 ιππείς. Αιφνιδιάστηκαν, όμως, από την κίνηση του Καραϊσκάκη και δεν τόλμησαν να εισέλθουν στην πόλη. Αρκέστηκαν να οχυρωθούν στο ύπαιθρο, σε υψώματα του Παρνασσού γύρω από την Αράχωβα.
Την επόμενη ημέρα, 18 Νοεμβρίου, τμήματα του εχθρού επιτέθηκαν στους Έλληνες, αλλά παρά τις αρχικές του επιτυχίες δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν τις ελληνικές θέσεις. Μάλιστα, ο Μουστάμπεης που παρακολουθούσε τη μάχη από ένα ύψωμα δέχθηκε επίθεση από τα νώτα του και από καθαρή τύχη διέφυγε τον θάνατο. Το βράδυ της ίδιας μέρας βρήκε τους Έλληνες σε πλεονεκτική θέση, έχοντας περισφίγξει τον κλοιό γύρω από τον εχθρό, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Ο βοριάς που κατέβαινε από τον Παρνασσό ήταν ανυπόφορος, ενώ έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτες νιφάδες του χιονιού. Αντίθετα, οι Έλληνες βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού μπορούσαν, όταν δεν είχαν υπηρεσία, να ζεσταίνονται στα τζάκια της Αράχωβας.
Μέρα με τη μέρα η κατάσταση των Τούρκων γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Το κρύο και το χιόνι εμπόδιζε τις κινήσεις τους. Έγιναν τότε προτάσεις στους Έλληνες να τους αφήσουν να φύγουν, με αντάλλαγμα τα ζώα και τις αποσκευές τους. Ο Καραϊσκάκης ζήτησε επιπλέον να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να εγκαταλείψουν τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά. Οι Τουρκαλβανοί θεώρησαν τους όρους του Καραϊσκάκη εξευτελιστικούς και τους απέρριψαν.
Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Μουστάμπεης διέταξε τους άνδρες τους να ετοιμαστούν για να επιχειρήσουν έξοδο μέσα από τις ελληνικές θέσεις τη νύχτα της 23ης προς την 24η Νοεμβρίου. Όμως κι ενώ οι προετοιμασίες βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο μία ελληνική σφαίρα τον τραυμάτισε πολύ σοβαρά και προτού αφήσει την τελευταία του πνοή διέταξε τον αδελφό του Καριοφίλμπεη να του κόψει το κεφάλι και να το πάρει μαζί του κατά την έξοδο για να μην τον αποκεφαλίσουν νεκρό ή ζωντανό οι γκιαούρηδες κι ατιμαστεί.
Οι Τουρκαλβανοί ζήτησαν νέες διαπραγματεύσεις, που δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα. Τότε αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την έξοδο. Ήταν μία μετά το μεσημέρι της 24ης Νοεμβρίου 1826, όταν εν μέσω χιονοθύελλας, με τα γιαταγάνια στα χέρια βγήκαν από τα ταμπούρια τους και κατευθύνθηκαν προς τις κορυφές του Παρνασσού. Οι Έλληνες τους αντιλήφθηκαν και όρμησαν κατά πάνω τους με γιαταγάνια και μαχαίρια, καθώς το χιόνι που έπεφτε αχρήστευσε τα όπλα τους.
Η χιονοθύελλα ήταν τόσο δυνατή, ώστε δεν μπόρεσαν να τους καταδιώξουν πέρα από τις τελευταίες πλαγιές τού Παρνασσού. Από τους 1.200 περίπου κατάκοπους Τούρκους που έφθασαν στις κορυφές του βουνού, μόνο 200 μπόρεσαν τελικά να σω­θούν στο μοναστήρι της Ιερουσαλήμ, και από αυτούς οι περισσότεροι με τρομερά κρυοπαγήματα. Οι υπόλοιποι βρήκαν το θάνατο από την παγωνιά. Κατά τη διάρκεια της Μά­χης της Αράχωβας οι Έλληνες είχαν ελάχιστες απώλειες: 4 νεκρούς και 9 ελαφρά τραυματίες.
Την επομένη της μάχης, 25 Νοεμβρίου, ο Καραϊσκάκης, ακολουθώντας το παλαιό φρικιαστικό έθιμο των Τούρκων, έστησε σ’ ένα λόφο, ορατό από το Μαντείο των Δελφών, τρόπαιο σε σχήμα κόλουρου κώνου με 300 κεφάλια των εχθρών του και με την επιγραφή: «Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών ανεγερθέν κατά το 1826 έτος Νοεμβρίου 24· Εν Αράχωβα». Συγχρόνως, έστειλε στην κυβέρνηση, που έδρευε στην Αίγινα, τα κεφάλια του Μουστάμπεη και του κεχαγιάμπεη, καθώς και 12 αιχμάλωτους τούρκους αξιωματικούς.
Ο Καραϊσκάκης ανήγγειλε τη μεγάλη νίκη στην κυβέρνηση με επιστολή, την οποία υπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί και οι αξιωματικοί που πήραν μέρος στη μάχη. Τα ονόματά τους διέσωσε ο αγωνιστής, συγγραφέας και πολιτικός Νικόλαος Σπηλιάδης (1785-1862) και είναι τα εξής, με τη σειρά υπογραφής της επιστολής:

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Όταν ο Παρνασσός, θεράπευε άτομα από το "χτικιό" με το άσπρο και γαλακτερό νερό.







Είχενε πια τελειώσει ο πόλεμος, και αναμαζεύαμε τα όνειρά μας, τις προσδοκίες της άτυχης γενιάς μας ,τα απομεινάρια των καμένων μας  σπιτιών , την πίκρα της γης και των καρπών,  ενός Αγίου το μαυρισμένο εικόνισμα,  της άμοιρης ψυχής μας το ξεσκόλισμα , αναλουμένους ήρωες και φίλους μας νεκρούς.
Ξαναγεννιόμασταν αγάλι-αγάλι , με πόνους και καημούς !!

Και ήτανε και μία συφοριασμένη αρρώστια, που ερχότανε από μακριά , πριν από τον πόλεμο και πέρασε μέσα από την καταιγίδα και άντεξε και έφτασε στο κατόπι του, παρά τα μέτρα τα προληπτικά.

 Δεν είχε βέβαια ακόμη ο Φλέμινγκ ανακάλυψε την πενικιλίνη και η πείνα,  οι κακουχίες,  ο εφιαλτικός ο ύπνος . η αγωνία και το φευγιό και ο οδυρμός κεντούσαν εύκολο στα στήθια μας,  αυτό που λέγανε χτικιό και φυματίωση και φθίση σίγουρα χαμό.  

Τότενες λέγαν οι  γιατροί  : "Να πάει σε βουνό!"  

Τότενες  ο Παρνασσός ευλογημένος και ψηλός, άνοιξε ευθύς την αγκαλιά του σε όλους αυτούς που γιατροπορεύονταν και έτσι έφτασαν στον τόπο λογιώ - λογιώ  άνθρωποι  !!

Ξενομερίτες από τα γυροχώρια, τις  Πολιτείες,  Αρχόντοι και υποτακτικοί,  κορίτσια με πρόσωπα χλωμά σαν το χινοπωριάτικο φεγγάρι,  άντρες,  παλικαράκια, στα μάτια έχοντας το  σκούρο  θάμπος,  γυναίκες νοικοκυράδες , σα δυοσμαρίνια  και αμπαρόριζες , αρρωστοχτυπημένες και άλλες σα ζωγραφιές,  με μάτια εύμορφα , Μαριόλικα , που είχαν στην άκρη τους ένα γαλάζιο δάκρυ....

Πλέμπα, πολύπαθη,  βασανισμένη, καμπίσιοι , νησιώτες και θαλασσινοί,  άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους , που όμως αγαντάριζαν ψυχόπονα ο ένανες τον άλλονε!! 

 Νοικιάσαν  σπίτια στο χωριό,  στο ξενοδοχείο,  και άλλοι που τα φέρναν  σφιχτά,  με αγωγιάτες και βαριά μουλάρια ανέβηκαν μεσόκορμα του Παρνασσού , όπου οι δύο , οι ξακουστές πηγές του Αρβανίτη,  του Μανώλη,  Νύμφες θαρρείς και γιάτρισσες παλιές και πρακτικές,  βγάζαν ένα νερό καθάριο ,  δροσερό , που αναφουφούδιαζε από την ορμή και τη βιασύνη του να βγει , και έβγαινε όλο άσπρο γαλακτερό !

Και έλεγαν κάποιοι πως το γαλακτερό  το χρώμα αυτό δεν ήταν δα από τη βιά και την πρεμούρα του να πεταχτεί,  μονέ από τα μέταλλα που είχε κατάσαρκά του , και από ότι της γκρίζας πέτρας  μία σκόνη θαυμαστή!

Τρόγυρα το  λοιπόν εκεί και οι ξύλινες  Καλύβες και τα γιατάκια από τα λατσούδια,  και από τον ελάτων τα χοντρά κλωνιά.
 Και ήταν  φθενό το φέγγος, ως θυμάμαι,  από τα λαδολύχναρα,  τις λάμπες πετρελαίου , μεγάλωναν μέσα στα γιατάκια οι σκιές , αργούσε και ο σκασμένος ύπνος να ρθει....

Τη μέρα όμως ....;  δροσιά,  τον Αύγουστο κάτω από τα έλατα,  ανάσαινε η καρδιά και το κορμί , ξεστράτιζε ο  νους,  ονειρευόταν το φέγγι , και ο Παρνασσός με των ελάτων τις οσμές , τι χαμορίγανη,  το τσάι , τα μοσχοζούλαπα και τα κυνήγια των τσοπαναραίων,  τα λιγοστά τα "πράματα"  με τις γαλατερές τροφές.....

 Όλα μα όλα αγαντάριζαν την Ελπίδα για μέρες φωτεινές !

 Και πήγαιναν κι ερχόντουσαν οι συντοπίτες αγωγιάτες,  με τα μουλάρια φορτωμένα , μπόγους,  μπαούλα , πραμάτειες και αρρώστους.......

 Μα και  οι γυναίκες από κοντά ...Γυναίκες πονετικές που παρέστεκαν στους ανήμπορους με αγάπη και ανθρωπιά αντιπερνώντας  με τη βοήθεια του Αγίου,  το φόβο τους για το χτικιό .

Μα πάνω από όλα και σε όλους πιο κοντά,  εκείνος του χωριού ο γιατρός που έμοιαζε στάλα να μην κοιμάται και με τον αστυνόμο,  να γράφουν καταλόγους με το όνομα του πάσα ενός που έρχονταν , του αλλουνού που γιατρεμένος έφευγε και τελικά γιατροπορεύτηκαν και σώθηκαν πολύ και κάποιοι που φεύγαν στα μισά,  ήταν βαριά και δεν ελπίζανε  σε γιατρεία !

Μιλώ για του '45  τη χρόνια !


 Κλείνοντας  θέλω να πω,  πως όλα ετούτα που γράφω εδώ είναι γιατί το όνομα ενός τόπου αναβαστιέται στους καιρούς,  όταν αναθυμόμαστε και ανυστορούμε , καλότροπα  καμώματα και των ανθρώπων θυσίες και καημούς !!

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Το μαγαζί κάτω από τον δρόμο. Αναμνήσεις από την παλιά Αράχωβα .

Πρόσφατα , μια Αραχωβίτισσα , η κα Αλτάνα Πατσαντάρα, μου προσέφερε ένα βιβλίο , το οποίο το έχει γράψει  η ίδια και το έχει αφιερώσει όπως  χαρακτηριστικά αναφέρει, στη σεπτή μνήμη των γωνιών της.

                       
Το βιβλίο αυτό , περιέχει 33 ιστορίες από την παλιά Αράχωβα κυρίως , όπως τις έχει ζήσει η συγγραφέας και μας τις μεταφέρει παραστατικότατα σε αυτό το βιβλίο με τίτλο 
"ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΑΧΩΒΑ" . 

Θεώρησα υποχρέωση μου , να αναφέρω μια από αυτές και σε αυτό εδώ το ιστολόγιο  και διάλεξα μια ιστορία που την θεώρησα πιο "εμπορική ",  μιας και αρκετοί από τις παλαιότερες γενεές , μάλιστα ακόμη και η δικιά μας ηλικία , είχε προλάβει το "μαγαζί κάτω από το δρόμο" και όλο και κάποιες αναμνήσεις έχουμε όλοι μας. 



Γράφει λοιπόν η κα Αλτάνα :

 Η διασκέδασή μας , σε  εκείνα τα αξέχαστα μαθηματικά χρόνια, περιορίζονταν κυρίως στα πάρτι γενεθλίων και ονομαστικών εορτών στα σπίτια αυτών που γιόρταζαν.
 Αξέχαστο θα μένει όλα αυτά τα χρόνια στη μνήμη μου το κοριτσίστικο πάρτι στο σπίτι της συμμαθήτριάς μας της Βούλας για τα γενέθλιά της.
 Με το μικρό ραδιόφωνο συντονισμένο στο σταθμό Αμφίσσης περιμέναμε να ακούσουμε τα μοντέρνα τραγούδια της εποχής για να χορέψουμε σέικ.
Η  φωνή της Ελληνίδας τραγουδίστριας Βίκυ Λέανδρος, που έκανε καριέρα στο εξωτερικό , αλλά τραγουδούσε  και στα ελληνικά μας ξεσήκωνε και όχι πάντα χωρίς λόγο:
"Ποιο να είναι  αυτό το μυστικό ; Mήπως αγόρι μου είμαι εγώ ;

Χαμός γινόταν  από τα ξεφωνητά μας, όλες μας είχαμε τα μικρά μας μυστικά,  που τα γράφαμε τότε στα κοριτσίστικα άλμπουμ με υπονοούμενα.

Η αγαπημένη μου  φίλη, η Ανθή, έχει ένα τέτοιο έχει ένα τέτοιο ακόμα στην κατοχή της, θαρρώ.
 Μήπως να τα ξαναζωντανέψουμε όλα αυτά κορίτσια ; Δεν θα μας χάλαγε τι λέτε ;


Και μια και θυμήθηκα το ραδιοφωνικό σταθμό Αμφίσσης, σταθμός κυριολεκτικά τότε στη διασκέδασή μας , αφού λίγα σπίτια είχαν τηλεόραση , μου ήρθε στο νου και η καθημερινή του εκπομπή στις 20 και 15 το βράδυ που έβαζε στη συνέχεια τον καραγκιόζη
Το τι γινόταν την άλλη μέρα στο σχολείο με τις ατάκες του δεν λέγεται...

 Διασκεδάζαμε λοιπόν σε ονομαστικές γιορτές και γενέθλια ως επί το πλείστον στα σπίτια και εννοείται ξεχωριστά τα κορίτσια και ξεχωριστά τα αγόρια

Μόνη εξαίρεση ήταν το πάρτι στο στο σπίτι του συμμαθητή μας του Τάκη - Έφυγες Νωρίς Τακούλη και μας λείπεις-,  που ήταν ακριβώς απέναντι από το δημοτικό σχολείο και σε κεντρικότατο μέρος.

 Σε εκείνο το πάρτι πηγαίναμε όλη η τάξη μαζί κορίτσια και αγόρια γιατί ήταν η ονομαστική του εορτή και μας καλούσε επί τούτου όλους .

Την περιμένουμε με χαρά αυτή τη γιορτή το Νοέμβρη, ούτως ή άλλως έκανε πολύ κρύο για να είμαστε με τις ώρες έξω στο δρόμο βόλτα που ήταν και από τις συνηθισμένες μας διασκεδάσεις.

Από το δρόμο κάτω ο καθένας, μπορούσε να δει τα φωτισμένα παράθυρα του σπιτιού και εμάς να χορεύουμε shake πίνοντας βερμούτ και τρώγοντας ξηρούς καρπούς, που έφερνε ο συμμαθητής μας με τις χούφτες από το πατρικό μπακάλικο του ισόγειου.
 Μας έκαναν χάζι οι περαστικοί και εμείς γελούσαμε , βλέποντας από τις μπαλκονόπορτες του σπιτιού τις μανάδες μας στο δρόμο να γυρίζουν. παρέες -παρέες από τα χρόνια πολλά στους Παναγιώτηδες του χωριού.

Ήταν τέλος της δεκαετίας του '60 νομίζω ή στις αρχές του ΄70 , όταν άνοιξε η πρώτη ντισκοτέκ στην Αράχωβα και όπως ήταν φυσικό κέντρισε την περιέργεια όλων μας.





 Κάποιοι την είχαν ήδη επισκεφτεί και μας έλεγαν ότι κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια από το δρόμο έμπαινες μέσα στην ντισκοτέκ- άκουσον άκουσον- από μία κάδη!
 Χωρίς τη συνοδεία  μεγαλύτερου αδελφού ή άλλου στενού συγγενή, δεν υπήρχε περίπτωση να πατήσει μόνη της καμία από εμάς  το πόδι εκεί.
 "Αν ήταν καλό μαγαζί θα ήταν απάνω από δρόμο , όπως είναι όλα τα καφενεία και τα καλά μαγαζιά και όχι στο κατώι " ήταν το επιχείρημα των γονέων μας.

Μόλις είχαμε τελειώσει τους διαγωνισμούς της τελευταίας τάξης του εξατάξιου τότε Γυμνασίου, είχαν βγει τα αποτελέσματα και ετοιμαζόμασταν οι 5-6 από την τάξη που θα πηγαίναμε παρακάτω να πάμε την άλλη μέρα το πρωί στη Λιβαδειά για να καταθέσουμε τα δικαιολογητικά μας για τις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, να γιορτάσουμε όλοι μαζί για τελευταία φορά .
Στη ντισκοτέκ γενικός ενθουσιασμός το πρόβλημα ήταν όμως ότι το πρόγραμμα στην ντισκοτέκ άρχιζε τότε μετά τις 11:00 το βράδυ ,πώς θα φεύγαμε εμείς τα κορίτσια από τα σπίτια εκείνη την ώρα και με ποια δικαιολογία


"Θα είμαστε όλη η τάξη μαζί " μας συμβούλεψαν  τα αγόρια να πούμε στους δικούς μας.
 "Θα διασκεδάζαμε κάπου έξω δεν χρειαζόταν να τους δώσουμε και το χέρι που θα είμαστε και τι θα κάνουμε "συμπλήρωναν με ένα πονηρό χαμόγελο ήμασταν ενήλικες πλέον...

Όταν το ανήγγειλα  στη μητέρα μου ,ότι δηλαδή θα μέναμε ως αργά έξω όλη η τάξη μαζί , για να το μεταφέρει στον πατέρα μου , όταν θα έκλεινε  το μαγαζί και θα γύριζε  στο σπίτι,  με παρέπεμψε χωρίς δεύτερη κουβέντα κατευθείαν στον ίδιον . 
Να περάσω από το μαγαζί η ίδια και να του το πω μου φώναξε,  καθώς έβγαινε από το σπίτι .
Αυτό και έκανα και φυσικά πήρα αμέσως τη συγκατάθεσή του ,εφόσον έβλεπε και όλη την τάξη πίσω μου στο δρόμο.
 Ήταν ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ και τι το παράξενο , να το γιορτάζουμε όλη η τάξη μαζί ,τώρα που τελείωσαν και τα μαθήματα ,γιατί να έχει αντίρρηση.
 Για την ντισκοτέκ βέβαια, ούτε λέξη...

 Μας πόνεσαν τα πόδια μας στη βόλτα πάνω-κάτω μέχρι να μαζευτούμε όλοι στο δρόμο πάνω από την ντισκοτέκ που είχαμε δώσει ραντεβού για τις 11:00 .
Κατεβήκαμε τσούρμο όλοι μαζί τα σκαλοπάτια, περάσαμε μέσα από την πελώρια κάδι που είχε που τόσο είχε εξάψει τη φαντασία μας και πιάσαμε τραπέζια γύρω από την πίστα, στο ημίφως.
 Δεν είχε άλλους θαμώνες το μαγαζί εκείνη την ώρα .
Σε λίγο άρχισε η μουσική ,μοντέρνα και διαφορετική από αυτή που ακούγαμε μέχρι τότε και πιάσαμε όλοι μαζί το χορό . 
Κάποια στιγμή βλέπω το συμμαθητή μου που έτυχε να χορεύει απέναντί μου εκείνη τη στιγμή και με πρόσωπο προς την είσοδο να με παρατάει ξαφνικά και εμένα ξέρω "εμένα με να  με συγχωρείς " να εξαφανίζεται από την πίστα
Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι όταν είδαν τον πατέρα να μου , να μπαίνει  στην μισοσκότεινη  ντισκοτέκ από την κάδη .
Χωρίς καν να γυρίσει να μας κοιτάξει, έψαχνε το σερβιτόρο και κατευθύνθηκε τελικά προς το μπαρ.
Τον άκουσα να λέει στον άνθρωπο που ήταν εκεί,  ότι ήταν κέρασμα δικό του,  ότι είχαμε πιει η παρέα εκείνο το βράδυ και να του χρεώσει το λογαριασμό.

 Αμέσως μετά πλησίασε το φιλόλογο καθηγητή που μας συνόδευε εκείνο το βράδυ γιατί ήμασταν όλη η τάξη μαζί , του είπε δυο λόγια από ότι έπιανε το αυτί μου , γιατί η ταραχή μου ήταν μεγάλη , ότι δεν είναι αυτή η διασκέδαση για νέους και τι παράδειγμα έδινε εκείνος τους μαθητές του.


Εκείνος κάτι πήγε να πει και να δικαιολογήσει την κατάσταση, ότι είμαστε όλη η τάξη μαζί και ότι ήταν αποχαιρετιστήρια βραδιά αλλά τον έκοψε απότομα ο πατέρας μου και χωρίς καν να καταδεχτεί να ακούσει μέχρι τέλους τις δικαιολογίες γυρίζοντας σε μένα με διέταξε να τον ακολουθήσω. Το ίδιο είπε και σε μία συμμαθήτριά μου που είχε πάρει τη συγκατάθεση από τον πατέρα της για να την πάρει και εκείνη μαζί του, καθώς είχε περάσει πριν και τον είχε ενημερώσει για το που θα πήγαινε.Σε όλη τη διαδρομή αμίλητη, αυτός μπροστά και εμείς οι δύο από πίσω μέχρι που παραδώσαμε τη συμμαθήτριά
μου τον πατέρα της.
 Στο σπίτι μου είπε απλά, ότι δεν διασκεδάζουν έτσι οι νέοι  στα κατώγια και το μισοσκόταδο και ότι είναι κατάντια αυτό για τη νέα γενιά.
 Ήταν περισσότερο πικραμένος παρά θυμωμένος. Δεν του είχα πει την όλη η αλήθεια νωρίτερα το βράδυ... Με τι εμπιστοσύνη θα έφευγα την άλλη μέρα  από το σπίτι για το παρακάτω και άλλα πολλά ...

Την άλλη μέρα , όλο το χωριό είχε μάθει για το συμβάν. Δεν έμεναν τότε μυστικά κάτι τέτοια.
 Ήταν γνωστός και ο πατέρας μου για τις συντηρητικές του απόψεις πράγμα που όπως αποκαλύφθηκε την ίδια κιόλας μέρα το εκμεταλλεύτηκε η μαμά μιας συμμαθήτριάς για να βγάλει ίσως και το άχτι της.
'Οταν έμαθε ότι ήμασταν και εμείς τα κορίτσια στη ντισκοτέκ έτρεξε  και το πρόφτασε  δημόσια στον πατέρα μου στο μαγαζί και μπροστά στους τελευταίους πελάτες:
  "Ξέρεις πού είναι  η θυγατέρα σ΄ ;  Στο π(ου)ταναριό !!"

 Ε, δεν ήθελε και πολύ ο χριστιανός για να του  ανέβει το αίμα στο κεφάλι ...
Το θυμηθήκαμε το περιστατικό με τον καλό μου φίλο και παλιό συμμαθητή του Δημάκο , ένα καλοκαιρινό μεσημεράκι τελευταία που βρεθήκαμε για τσιπουράκι με πατατούλες τηγανίτες με τυρί έτσι όπως μόνος στου " Ζάμπα " στις βρίσκεις της  αγοράς , ξέρουν  να τις κάνουν.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΤΟ ΑΛΙΣΒΕΡΙΣΙ ΣΟΥΒΑΛΑΣ – ΑΡΑΧΩΒΑΣ - Γράφει ο Γιώργος Δρίβας






ΤΟ ΜΠΡΟΥΣΚΟ 

Προπολεμικά αλλά και μετά τον πόλεμο του ’40, οι πάνω Σουβαλιώτες, πουλούσαν τα προϊόντα τους στην Αράχωβα ή το συνηθέστερο τα αντάλλασσαν με κρασί ή λάδι, ή ό,τι άλλο είχαν ανάγκη. Το δρομολόγιο ήταν με τα ‘ζα’ φορτωμένα, Απάνω Σουβάλα – Ζέλη – Μέσα Καρκαβέλι – Βρωμοπήγαδο – Λιβάδια Αράχωβας και τελικά Αράχωβα. Η Αράχωβα βέβαια τότε δεν είχε καμμία σχέση με τη σημερινή, ήταν ένα απλό μικρό χωριό, που στην περιορισμένη της αγροτική περιοχή καλλιεργούσε κυρίως ελιές κι αμπέλια. Διάφορες ιστορίες έχω ακούσει από τους ‘’ πρωταγωνιστές – πραματευτές ‘’, μία απ’ αυτές είναι η εξής: μου έλεγε ο μπάρμπα Στάθης, ότι κάποτε που πήγαινε στην Αράχωβα να πουλήσει φασόλια, φιρίκια, αδράχτια κτλ, βρέθηκε να συνταξιδεύει με την κυρά Ουρανία. Είχε κι αυτή την ανάλογη πραμάτεια, είχαν κι οι δυο τα μουλάρια τους. Στο δρόμο όμως, δεν μιλιόντουσαν γιατί είχαν για κάποιο λόγο παρεξηγηθεί. Στο γυρισμό όμως, φέρνοντας λάδι και μπρούσκο κρασί, καβάλα στα μουλάρια τους, τους έτρωγε η περιέργεια, τίνος να ήταν το καλύτερο κρασί. Από ποιόν το πήρες το κρασί; ρωτάει ο Στάθης την Ουρανία. Απ’ τον Ανδρέου, απαντάει αυτή. Α… θα είναι καλό, λέει αυτός, μου δίνεις λιγάκι να βρέξω τη γλώσσα μου γιατί έχω μεγάλη δίψα; Να σου δώσω, λέει αυτή, λιγάκι αλλά θα μου δώσεις κι εσύ μετά, γιατί έμαθα ότι αγόρασες καλό κρασί. Έτσι λοιπόν ξεπέζεψαν και δοκιμάζοντας ο ένας το κρασί του άλλου και ξαναδοκιμάζοντας, λύσανε βέβαια τη μεταξύ τους παρεξήγηση αλλά μέθυσαν. Προσπαθούσαν να ξανακαβαλικέψουν τα μουλάρια, πέφτοντας και γελώντας από την άλλη μεριά… Κάποια ώρα το βραδάκι, έφτασαν στην Απάνω Σουβάλα, αφού είχαν γίνει ‘’δαυλί’’ και οι νταμιτζάνες είχαν φτάσει στη μέση…!

2 ΤΟ ΠΟΥΛΗΜΑ ΤΗΣ ΓΑΤΑΣ

Άλλος ένας Σουβαλιώτης, ο Θανάσης, μούλεγε και την εξής ιστορία: ήταν να πάει κι αυτός για ‘’εμπόριο’’ στην Αράχωβα, και λέει στη γυναίκα του: μαζί με τα σφοντύλια και τα αδράχτια, δε βάζεις μέσα σ’ ένα ταγάρι και τη γατούλα να την πουλήσω; Το ντίπ το λιγότερο, ένα κιλό λάδι θα ‘’βγάλουμε’’ απ’ τη γατσοπούλα… Πάει λοιπόν στην Αράχωβα, πούλησε ότι είχε και πούλησε και τη γάτα για ένα κιλό λάδι. Έλα όμως που η γάτα έβλεπε το δρόμο ( ως γνωστόν τα ζώα έχουν μεγάλη ικανότητα προσανατολισμού) και σε δυο τρείς μέρες γύρισε στη Απάνω Σουβάλα στο σπίτι του Θανάση.

---Γυναίκα, βγες να δεις, η γατσοπούλα γύρισε πίσω απ’ την Αράχωβα… Την άλλη βδομάδα, της κάνει άλλο ένα πούλημα της γάτας. Πάλι η γάτα πίσω… Τελικά ύστερα από τέσσερα πέντε πουλήματα, η γάτα χάθηκε…, είχε όμως βγάλει καλό μεροκάματο και όπως έλεγε ο Θανάσης, ‘’ήταν καλή η μακαρίτισσα’’ !



Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Ο Αθανάσιος Διάκος και η Μονή του Οσίου Λουκά






Την περίοδο της Τουρκοκρατίας τα Βοιωτικά Μοναστήρια αναδεικνύονται σε κινητήριες δυνάμεις του αγώνα των υπόδουλων Ρωμιών εναντίον των Τούρκων κατακτητών.
Στην Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά την 27η Μαρτίου 1821 κηρύσσεται η Επανάσταση στη Ρούμελη με επικεφαλής τον Δεσπότη των Σαλώνων Ησαΐα, τον Αθανάσιο Διάκο και τον εκπρόσωπο της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιο Ζαρείφη· στο Καθολικό της Μονής γίνεται δοξολογία, ευλογούνται τα όπλα και όλοι κλήρος και λαός ξεχύνονται στον αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Ο Αθανάσιος Διάκος ξεκινάει για να καταλάβει τη Λιβαδειά, ο Ησαΐας Σαλώνων φεύγει για την Άμφισσα μεταφέροντας το μήνυμα της Επανάστασης στη Δωρίδα και τη Λοκρίδα, ενώ οι μοναχοί της Μονής, εκατό τον αριθμό, μαζί με τους κατοίκους των γύρω χωριών κατευθύνονται στο Δίστομο, όπου συλλαμβάνουν τον Αστυνόμο του Διστόμου και αδελφό του βοεβόδα της Λιβαδειάς με τη συνοδεία του.

Ο Όσιος Λουκάς γίνεται ορμητήριο των επαναστατημένων και διατρέφει τα στρατεύματα που καταλύουν στο μοναστήρι. Όταν το 1823 ο στρατός του Μπερκόφτσαλη καταστρέφει τα πάντα στο διάβα του αρπάζοντας τις τροφές και καίγοντας τα χωριά, το Μοναστήρι γίνεται τροφός και καταφύγιο των υπόδουλων Ρωμιών.

Το Μοναστήρι σύμφωνα με έγγραφα που έχουν σωθεί προμηθεύει με τρόφιμα και χρήματα τον αγώνα και τους οπλαρχηγούς Διάκο, Ανδρούτσο, Γκούρα, Κριεζώτη, Τζαβέλλα, Καραϊσκάκη, κ.ά.

Αναλυτικά έδωσε:

Από 27 Μαρτίου μέχρι 6 Απριλίου του 1821 διέτρεφε όλο τον στρατό του Διάκου. Επίσης, έδωσε στην Εφορία της Λιβαδειάς 300 γρόσια για την επανάσταση.

Το 1823 έδωσε 191 οκάδες λάδι.

Το 1824 έδωσε προς την εφορία και τον στρατό του Οδυσσέα Ανδρούτσου, σύμφωνα με έγγραφο της Εφορίας Λιβαδειάς, 71 οκάδες λάδι, 461 οκάδες ψωμί, 20.250 οκάδες σιτάρι, 7.533 οκάδες κριθάρι, 1.450 αιγοπρόβατα, 3.200 οκάδες οίνο, 950 οκάδες τυρί, 3.250 οκάδες ελιές.

Το 1824 σε στράτευμα στο Δίστομο έδωσε ψωμί, 50 αιγοπρόβατα και 397 οκάδες λάδι.

Το 1826 έδωσε 900 οκάδες αλεύρι και 700 γρόσια.

Το 1828 έδωσε 80 οκάδες κρασί, 50 οκάδες ελιές και 20 λάδι.

Το 1829 έδωσε 1.540 οκάδες κρασί, 210 οκάδες ελιές, 230 τυρί, 75 οκάδες σίτο, 140 οκάδες όσπρια, 450 οκάδες κριθάρι, 52 οκάδες λάδι, 12 αίγες, 10 οκάδες αραβόσιτο καθώς και 2.000 γρόσια. [Γεωργίου Κρέμου, Ιστορία της εν τη Φωκίδι Μονής του Οσίου Λουκά τουπίκλιν Στειριώτου, τόμος Β΄, (Εν Αθήναις: Εκδ. Εκ του τυπογραφείου της Εφημερίδος των Συζητήσεων, 1880), σελ.108-109]. Αυτά και πολλά άλλα για τα οποία δεν έχουν σωθεί αποδείξεις έδωσε το Μοναστήρι του Οσίου Λουκά για την Επανάσταση.

Κι όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός της Μονής Γεώργιος Κρέμος: «Απερίγραπτοι αι θυσίαι αίματος, χρημάτων και τροφών, ας η μονή εποίησε κατά την επανάστασιν, ου ένεκα αυτή τε και οι μονασταί αυτής επτώχευσαν». (Γ. Κρέμου, όπ.π. σελ.109).

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

25η Μαρτίου 2020 στην Αράχωβα . Βίντεο και φωτό. Ιστορική αναδρομή και από άλλες παρελάσεις.







H 25η Μαρτίου 2020 , θα μείνει στην ιστορία ως η χρονιά που δεν πραγματοποιήθηκαν παρελάσεις και εορταστικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα, απόρροια της πανδημίας του κορονοϊού.
Μεμονωμένα σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, έλαβαν χώρα κάποιες συμβολικές κινήσεις από πολίτες και φορείς .

Στην Αράχωβα,  ο Δήμαρχος ΔΑΑ κος Σταθάς, κατέθεσε στεφάνι στο άγαλμα του Καραϊσκάκη.




Βεβαίως ακολούθησε και το παραδοσιακό στρίψιμο στο μουστάκι του στρατάρχη της Ρούμελης .

Παρακάτω ακολουθεί το σχετικό βίντεο :





Δείτε πιο κάτω και άλλες παρελάσεις από 25 Μαρτίου στην Αράχωβα :














Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

Μάχη της Αράχωβας: Η ιδιοφυής τακτική και στρατηγική νίκη του Καραϊσκάκη






Η Μάχη της Αράχωβας είναι μια από τις γνωστές συγκρούσεις κατά την διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης του 1821, στην οποία πραγματικά αναδείχθηκε και «έλαμψε» ο θρυλικός Γεώργιος Καραϊσκάκης και η στρατηγική και τακτική ιδιοφυΐα του.

Σαν σήμερα στις 18 Νοεμβρίου του 1826, ξεσπά η αιματηρή, σκληρή, αλλά και ιδιαίτερα σημαντική για την πορεία της Επανάστασης, μάχη της Αράχωβας, που στιγματίστηκε από τον ηρωϊσμό, την μαχητικότητα και την αυτοθυσία των Ελλήνων Επαναστατών έναντι των Οθωμανών κατακτητών και των συμμάχων τους.


Η Αράχωβα βρέθηκε και  στο επίκεντρο τον Νοέμβριο του 1826, όταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης πραγματοποίησε εκστρατεία στις «προσκυνημένες» περιοχές της Στερεάς Ελλάδας για να αναζωπυρώσει το επαναστατικό πνεύμα των κατοίκων της και να αναγκάσει τον Κιουταχή να στείλει δυνάμεις εναντίον του, εξασθενώντας το στρατόπεδό του στην Αθήνα που πολιορκούσε την Ακρόπολη.



Στις 17 Νοεμβρίου 1826 ο Καραϊσκάκης με τους άνδρες του έφθασε στο Δίστομο, όπου στρατοπέδευσε. Επειδή φοβόταν κατάληψη της Αράχωβας, περιοχής με στρατηγική σημασία, φρόντισε να την καταλάβει, προτού προλάβουν οι Τούρκοι.

Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι έχοντες πληροφορηθεί την εμφάνιση ελληνικού στρατού στην περιοχή έστειλαν από τη Λιβαδειά τον Μουστάμπεη με 2.000 επίλεκτους Τουρκαλβανούς και 200 ιππείς. Αιφνιδιάστηκαν, όμως, από την κίνηση του Καραϊσκάκη και δεν τόλμησαν να εισέλθουν στην πόλη. Αρκέστηκαν να οχυρωθούν στο ύπαιθρο, σε υψώματα του Παρνασσού γύρω από την Αράχωβα.
Η μάχη της Αράχωβας ξεσπά

Την επόμενη ημέρα, 18 Νοεμβρίου, τμήματα του εχθρού επιτέθηκαν στους Έλληνες, αλλά παρά τις αρχικές του επιτυχίες δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν τις ελληνικές θέσεις. Μάλιστα, ο Μουστάμπεης που παρακολουθούσε τη μάχη από ένα ύψωμα δέχθηκε επίθεση από τα νώτα του και από καθαρή τύχη διέφυγε τον θάνατο.

Το βράδυ της ίδιας μέρας βρήκε τους Έλληνες σε πλεονεκτική θέση, έχοντας περισφίγξει τον κλοιό γύρω από τον εχθρό, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Ο βοριάς που κατέβαινε από τον Παρνασσό ήταν ανυπόφορος, ενώ έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτες νιφάδες του χιονιού.

Αντίθετα, οι Έλληνες βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού μπορούσαν, όταν δεν είχαν υπηρεσία, να ζεσταίνονται στα τζάκια της Αράχωβας.

Μέρα με τη μέρα η κατάσταση των Τούρκων γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Το κρύο και το χιόνι εμπόδιζε τις κινήσεις τους. Έγιναν τότε προτάσεις στους Έλληνες να τους αφήσουν να φύγουν, με αντάλλαγμα τα ζώα και τις αποσκευές τους.
Η τακτική ιδιοφυΐα του Καραϊσκάκη

Ο Καραϊσκάκης ζήτησε επιπλέον να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να εγκαταλείψουν τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά. Οι Τουρκαλβανοί θεώρησαν τους όρους του Καραϊσκάκη εξευτελιστικούς και τους απέρριψαν.



Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Μουστάμπεης διέταξε τους άνδρες τους να ετοιμαστούν για να επιχειρήσουν έξοδο μέσα από τις ελληνικές θέσεις τη νύχτα της 23ης προς την 24η Νοεμβρίου. Όμως κι ενώ οι προετοιμασίες βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο μία ελληνική σφαίρα τον τραυμάτισε πολύ σοβαρά και προτού αφήσει την τελευταία του πνοή διέταξε τον αδελφό του Καριοφίλμπεη να του κόψει το κεφάλι και να το πάρει μαζί του κατά την έξοδο για να μην τον αποκεφαλίσουν νεκρό ή ζωντανό οι γκιαούρηδες κι ατιμαστεί.


Οι Τουρκαλβανοί ζήτησαν νέες διαπραγματεύσεις, που δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα. Τότε αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την έξοδο. Ήταν μία μετά το μεσημέρι της 24ης Νοεμβρίου 1826, όταν εν μέσω χιονοθύελλας, με τα γιαταγάνια στα χέρια βγήκαν από τα ταμπούρια τους και κατευθύνθηκαν προς τις κορυφές του Παρνασσού.

Οι Έλληνες τους αντιλήφθηκαν και όρμησαν κατά πάνω τους με γιαταγάνια και μαχαίρια, καθώς το χιόνι που έπεφτε αχρήστευσε τα όπλα τους.
Η χιονοθύελλα και η επίθεση των Ελλήνων

Η χιονοθύελλα ήταν τόσο δυνατή, ώστε δεν μπόρεσαν να τους καταδιώξουν πέρα από τις τελευταίες πλαγιές τού Παρνασσού. Από τους 1.200 περίπου κατάκοπους Τούρκους που έφθασαν στις κορυφές του βουνού, μόνο 200 μπόρεσαν τελικά να σω­θούν στο μοναστήρι της Ιερουσαλήμ, και από αυτούς οι περισσότεροι με τρομερά κρυοπαγήματα.

Οι υπόλοιποι βρήκαν το θάνατο από την παγωνιά. Κατά τη διάρκεια της Μά­χης της Αράχωβας οι Έλληνες είχαν ελάχιστες απώλειες: 4 νεκρούς και 9 ελαφρά τραυματίες.



Την επομένη της μάχης, 25 Νοεμβρίου, ο Καραϊσκάκης, ακολουθώντας το παλαιό φρικιαστικό έθιμο των Τούρκων, έστησε σ’ ένα λόφο, ορατό από το Μαντείο των Δελφών, τρόπαιο σε σχήμα κόλουρου κώνου με 300 κεφάλια των εχθρών του και με την επιγραφή:

«Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών ανεγερθέν κατά το 1826 έτος Νοεμβρίου 24· Εν Αράχωβα». Συγχρόνως, έστειλε στην κυβέρνηση, που έδρευε στην Αίγινα, τα κεφάλια του Μουστάμπεη και του κεχαγιάμπεη, καθώς και 12 αιχμάλωτους τούρκους αξιωματικούς.
Οι Επαναστάτες που πολέμησαν

Ο Καραϊσκάκης ανήγγειλε τη μεγάλη νίκη στην κυβέρνηση με επιστολή, την οποία υπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί και οι αξιωματικοί που πήραν μέρος στη μάχη. Τα ονόματά τους διέσωσε ο αγωνιστής, συγγραφέας και πολιτικός Νικόλαος Σπηλιάδης (1785-1862) και είναι τα εξής, με τη σειρά υπογραφής της επιστολής:


«Γεώργιος Καραϊσκάκης, Βασίλης Μπούσγος, Σπύρος Μήλιος, Νικήτας Σταματελόπουλος, Γιαννούσης Πανομάρας, Αναγνώστης Ροκάς, Γιάννης Δαγκλής, Νικόλαος Καραμέτσης, Χρήστος Χατζηπέτρος, Χατζή-Μιχάλης Νταλιάνης, Μήτρος Βάγιας, Γαρδικιώτης Γρίβας, Αθανάσιος Κουτσονίκας, Λεόντης Δαγκλής, Παναγιώτης Γαλάνης, Γεώργιος Μαλάμος, Σπύρος Ξύδης, Νικόλαος Μπαρμπιτσιώτης, Δήμος Τσέλιος (Γεροδήμος), Μήτρος Τριανταφύλλου, Κωνσταντίνος Γρίβας, Γεώργιος Βάγιας, Κώστας Νάκος.»

«Τριαντάφυλλος Αποκουρίτης, Κωνσταντίνος Βέρης, Γιάννης Φαρμάκης, Ιωάννης Ρούκης, Νάκος Πανουριάς, Τούλιος Πανομάρας, Κωνσταντίνος Καλύβας, Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Γεώργιος Αγαλλόπουλος, Κωνσταντίνος Γιολδάσης, Κομνάς Τράκας, Γιάννος Δούλας, Κολιός Γερονούρης, Αναγνώστης Καναβός, Γιάννης Μπαϊρακτάρης, Πίλιος Τσέχερης, Δημήτριος Μακρής, Πάσχος Κοσμάς, Βασίλειος Αντωνόπουλος, Κώστας Χορμόβας, Κολιός Πασχούλης, Αθανάσιος Χήλιος Αθανάσιος, Γιαννάκης Κίτσος, Κώ­στας Τζαβέλλας».

«Γιώτας Κάτσης, Γεώργιος Μπαϊρακτάρης, Κίτσος Μπότσαρης Κίτσος, Δούκας, Ιωάννης Μελάς, Χρήστος Μπέκας, Μήτρος Μεσολογγίτης, Μήτρος Μπόκας, Νικόλαος Κάσκαρης, Κίτσος Τσάκος, Βασίλης Αργυροκαστρίτης, Σταύρος Γιωργάκης, Γιωργάκης Λακάς, Γιώργης Σκεδάς, Ναστούλης Δαγκλής, Χρήστος Μακρής, Κωνσταντίνος Πασχάλης, Αθανάσιος. Ζέρβας, Χριστόφορος Περραιβός, Πάνος Δάρος, Αθανάσιος Τρικοχωρίτης, Γιάννος Βαργιαδίτης, Δημήτριος Καλλέργης, Σταύρος Δέβερης, Αναγνώστης Κραβαρίτης».

«Χρήστος Βάρφης, Γεώργιος Τζαβέλλας, Γιάννης Πιλάλης, Μήτρος Γρουμπογιάννης, Διαμάντης Ζέρ­βας, Λάμπρος Τζαβέλλας, Αν. Στουρνάρης, Γεώργιος Διάκος, Πάνος Τοσούλας, Χαράλαμπος Παπαπολίτης, Λάμπρος Βέικος, Ναστούλης Δίκας, Νικόλαος Δραγαμεστινός, Φωτούσης Φωτομάρας, Νικολός Διάκος,Αναγνώστης Κατσκαμπής, Αθανάσης Δράκος, Γιάννος Περζεκιάς, Αναστάσιος Χορμόβας, Νικόλαος Μπότσαρης, Νάστος Κοντογιάννης και Γεώργιος Ζέρβας»

Η νίκη στην Αράχοβα αναζωπύρωσε την επανάσταση στη Ρούμελη, που βρισκόταν σε κρίσιμο σημείο εξαιτίας των επιχειρήσεων του Κιουταχή και αναπτέρωσε το ηθικό των πολιορκημένων Ελλήνων στην Ακρόπολη της Αθήνας.



Πηγή και φωτογραφίες: San simera

Μάχη της Αράχωβας: Η ιδιοφυής τακτική και στρατηγική νίκη του Καραϊσκάκη






Η Μάχη της Αράχωβας είναι μια από τις γνωστές συγκρούσεις κατά την διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης του 1821, στην οποία πραγματικά αναδείχθηκε και «έλαμψε» ο θρυλικός Γεώργιος Καραϊσκάκης και η στρατηγική και τακτική ιδιοφυΐα του.

Σαν σήμερα στις 18 Νοεμβρίου του 1826, ξεσπά η αιματηρή, σκληρή, αλλά και ιδιαίτερα σημαντική για την πορεία της Επανάστασης, μάχη της Αράχωβας, που στιγματίστηκε από τον ηρωϊσμό, την μαχητικότητα και την αυτοθυσία των Ελλήνων Επαναστατών έναντι των Οθωμανών κατακτητών και των συμμάχων τους.


Η Αράχωβα βρέθηκε και  στο επίκεντρο τον Νοέμβριο του 1826, όταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης πραγματοποίησε εκστρατεία στις «προσκυνημένες» περιοχές της Στερεάς Ελλάδας για να αναζωπυρώσει το επαναστατικό πνεύμα των κατοίκων της και να αναγκάσει τον Κιουταχή να στείλει δυνάμεις εναντίον του, εξασθενώντας το στρατόπεδό του στην Αθήνα που πολιορκούσε την Ακρόπολη.



Στις 17 Νοεμβρίου 1826 ο Καραϊσκάκης με τους άνδρες του έφθασε στο Δίστομο, όπου στρατοπέδευσε. Επειδή φοβόταν κατάληψη της Αράχωβας, περιοχής με στρατηγική σημασία, φρόντισε να την καταλάβει, προτού προλάβουν οι Τούρκοι.

Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι έχοντες πληροφορηθεί την εμφάνιση ελληνικού στρατού στην περιοχή έστειλαν από τη Λιβαδειά τον Μουστάμπεη με 2.000 επίλεκτους Τουρκαλβανούς και 200 ιππείς. Αιφνιδιάστηκαν, όμως, από την κίνηση του Καραϊσκάκη και δεν τόλμησαν να εισέλθουν στην πόλη. Αρκέστηκαν να οχυρωθούν στο ύπαιθρο, σε υψώματα του Παρνασσού γύρω από την Αράχωβα.
Η μάχη της Αράχωβας ξεσπά

Την επόμενη ημέρα, 18 Νοεμβρίου, τμήματα του εχθρού επιτέθηκαν στους Έλληνες, αλλά παρά τις αρχικές του επιτυχίες δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν τις ελληνικές θέσεις. Μάλιστα, ο Μουστάμπεης που παρακολουθούσε τη μάχη από ένα ύψωμα δέχθηκε επίθεση από τα νώτα του και από καθαρή τύχη διέφυγε τον θάνατο.

Το βράδυ της ίδιας μέρας βρήκε τους Έλληνες σε πλεονεκτική θέση, έχοντας περισφίγξει τον κλοιό γύρω από τον εχθρό, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Ο βοριάς που κατέβαινε από τον Παρνασσό ήταν ανυπόφορος, ενώ έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτες νιφάδες του χιονιού.

Αντίθετα, οι Έλληνες βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού μπορούσαν, όταν δεν είχαν υπηρεσία, να ζεσταίνονται στα τζάκια της Αράχωβας.

Μέρα με τη μέρα η κατάσταση των Τούρκων γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Το κρύο και το χιόνι εμπόδιζε τις κινήσεις τους. Έγιναν τότε προτάσεις στους Έλληνες να τους αφήσουν να φύγουν, με αντάλλαγμα τα ζώα και τις αποσκευές τους.
Η τακτική ιδιοφυΐα του Καραϊσκάκη

Ο Καραϊσκάκης ζήτησε επιπλέον να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να εγκαταλείψουν τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά. Οι Τουρκαλβανοί θεώρησαν τους όρους του Καραϊσκάκη εξευτελιστικούς και τους απέρριψαν.



Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Μουστάμπεης διέταξε τους άνδρες τους να ετοιμαστούν για να επιχειρήσουν έξοδο μέσα από τις ελληνικές θέσεις τη νύχτα της 23ης προς την 24η Νοεμβρίου. Όμως κι ενώ οι προετοιμασίες βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο μία ελληνική σφαίρα τον τραυμάτισε πολύ σοβαρά και προτού αφήσει την τελευταία του πνοή διέταξε τον αδελφό του Καριοφίλμπεη να του κόψει το κεφάλι και να το πάρει μαζί του κατά την έξοδο για να μην τον αποκεφαλίσουν νεκρό ή ζωντανό οι γκιαούρηδες κι ατιμαστεί.


Οι Τουρκαλβανοί ζήτησαν νέες διαπραγματεύσεις, που δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα. Τότε αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την έξοδο. Ήταν μία μετά το μεσημέρι της 24ης Νοεμβρίου 1826, όταν εν μέσω χιονοθύελλας, με τα γιαταγάνια στα χέρια βγήκαν από τα ταμπούρια τους και κατευθύνθηκαν προς τις κορυφές του Παρνασσού.

Οι Έλληνες τους αντιλήφθηκαν και όρμησαν κατά πάνω τους με γιαταγάνια και μαχαίρια, καθώς το χιόνι που έπεφτε αχρήστευσε τα όπλα τους.
Η χιονοθύελλα και η επίθεση των Ελλήνων

Η χιονοθύελλα ήταν τόσο δυνατή, ώστε δεν μπόρεσαν να τους καταδιώξουν πέρα από τις τελευταίες πλαγιές τού Παρνασσού. Από τους 1.200 περίπου κατάκοπους Τούρκους που έφθασαν στις κορυφές του βουνού, μόνο 200 μπόρεσαν τελικά να σω­θούν στο μοναστήρι της Ιερουσαλήμ, και από αυτούς οι περισσότεροι με τρομερά κρυοπαγήματα.

Οι υπόλοιποι βρήκαν το θάνατο από την παγωνιά. Κατά τη διάρκεια της Μά­χης της Αράχωβας οι Έλληνες είχαν ελάχιστες απώλειες: 4 νεκρούς και 9 ελαφρά τραυματίες.



Την επομένη της μάχης, 25 Νοεμβρίου, ο Καραϊσκάκης, ακολουθώντας το παλαιό φρικιαστικό έθιμο των Τούρκων, έστησε σ’ ένα λόφο, ορατό από το Μαντείο των Δελφών, τρόπαιο σε σχήμα κόλουρου κώνου με 300 κεφάλια των εχθρών του και με την επιγραφή:

«Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών ανεγερθέν κατά το 1826 έτος Νοεμβρίου 24· Εν Αράχωβα». Συγχρόνως, έστειλε στην κυβέρνηση, που έδρευε στην Αίγινα, τα κεφάλια του Μουστάμπεη και του κεχαγιάμπεη, καθώς και 12 αιχμάλωτους τούρκους αξιωματικούς.
Οι Επαναστάτες που πολέμησαν

Ο Καραϊσκάκης ανήγγειλε τη μεγάλη νίκη στην κυβέρνηση με επιστολή, την οποία υπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί και οι αξιωματικοί που πήραν μέρος στη μάχη. Τα ονόματά τους διέσωσε ο αγωνιστής, συγγραφέας και πολιτικός Νικόλαος Σπηλιάδης (1785-1862) και είναι τα εξής, με τη σειρά υπογραφής της επιστολής:


«Γεώργιος Καραϊσκάκης, Βασίλης Μπούσγος, Σπύρος Μήλιος, Νικήτας Σταματελόπουλος, Γιαννούσης Πανομάρας, Αναγνώστης Ροκάς, Γιάννης Δαγκλής, Νικόλαος Καραμέτσης, Χρήστος Χατζηπέτρος, Χατζή-Μιχάλης Νταλιάνης, Μήτρος Βάγιας, Γαρδικιώτης Γρίβας, Αθανάσιος Κουτσονίκας, Λεόντης Δαγκλής, Παναγιώτης Γαλάνης, Γεώργιος Μαλάμος, Σπύρος Ξύδης, Νικόλαος Μπαρμπιτσιώτης, Δήμος Τσέλιος (Γεροδήμος), Μήτρος Τριανταφύλλου, Κωνσταντίνος Γρίβας, Γεώργιος Βάγιας, Κώστας Νάκος.»

«Τριαντάφυλλος Αποκουρίτης, Κωνσταντίνος Βέρης, Γιάννης Φαρμάκης, Ιωάννης Ρούκης, Νάκος Πανουριάς, Τούλιος Πανομάρας, Κωνσταντίνος Καλύβας, Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Γεώργιος Αγαλλόπουλος, Κωνσταντίνος Γιολδάσης, Κομνάς Τράκας, Γιάννος Δούλας, Κολιός Γερονούρης, Αναγνώστης Καναβός, Γιάννης Μπαϊρακτάρης, Πίλιος Τσέχερης, Δημήτριος Μακρής, Πάσχος Κοσμάς, Βασίλειος Αντωνόπουλος, Κώστας Χορμόβας, Κολιός Πασχούλης, Αθανάσιος Χήλιος Αθανάσιος, Γιαννάκης Κίτσος, Κώ­στας Τζαβέλλας».

«Γιώτας Κάτσης, Γεώργιος Μπαϊρακτάρης, Κίτσος Μπότσαρης Κίτσος, Δούκας, Ιωάννης Μελάς, Χρήστος Μπέκας, Μήτρος Μεσολογγίτης, Μήτρος Μπόκας, Νικόλαος Κάσκαρης, Κίτσος Τσάκος, Βασίλης Αργυροκαστρίτης, Σταύρος Γιωργάκης, Γιωργάκης Λακάς, Γιώργης Σκεδάς, Ναστούλης Δαγκλής, Χρήστος Μακρής, Κωνσταντίνος Πασχάλης, Αθανάσιος. Ζέρβας, Χριστόφορος Περραιβός, Πάνος Δάρος, Αθανάσιος Τρικοχωρίτης, Γιάννος Βαργιαδίτης, Δημήτριος Καλλέργης, Σταύρος Δέβερης, Αναγνώστης Κραβαρίτης».

«Χρήστος Βάρφης, Γεώργιος Τζαβέλλας, Γιάννης Πιλάλης, Μήτρος Γρουμπογιάννης, Διαμάντης Ζέρ­βας, Λάμπρος Τζαβέλλας, Αν. Στουρνάρης, Γεώργιος Διάκος, Πάνος Τοσούλας, Χαράλαμπος Παπαπολίτης, Λάμπρος Βέικος, Ναστούλης Δίκας, Νικόλαος Δραγαμεστινός, Φωτούσης Φωτομάρας, Νικολός Διάκος,Αναγνώστης Κατσκαμπής, Αθανάσης Δράκος, Γιάννος Περζεκιάς, Αναστάσιος Χορμόβας, Νικόλαος Μπότσαρης, Νάστος Κοντογιάννης και Γεώργιος Ζέρβας»

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Συνεχίζεται η έκθεση του ΤΑΚΗ ΜΥΛΩΝΑ στο Λαογραφικό Αράχωβας




Από αριστερά : Ο Πατήρ Χρήστος , ο  Κονίτσας, ο φρούραρχος των Ιταλών, η διερμηνέας Καρακαντού, ο Πατήρ Συνέσιος και τελευταίος ο Πατήρ Ανδρέας γιος του Πατρός Χρήστου


Συνεχίζεται για λίγες ημέρες ακόμα στο Λαογραφικό Μουσείο Αράχωβας , η έκθεση του ΤΑΚΗ ΜΥΛΩΝΑ με μοναδικό θέμα το ΕΠΟΣ του 1940 .
Φωτογραφίες γνωστές αλλά και άγνωστες , παρουσιάζονται για να μας θυμίσουν τους αγώνες που έχει δώσει η πατρίδα μας και ο τόπος μας , μαχόμενοι για την ελευθερία μας.
Στα φωτογραφικά στιγμιότυπα , αρκετοί θα αναγνωρίσουν τους πρόγονους τους, θα συζητούν για τα κατορθώματα των Ελλήνων και των Αραχωβιτών κατ επέκταση και στους παλαιότερους θα έρχονται στην μνήμη τους αυτές οι δύσκολες στιγμές που βίωσε η χώρας μας από τον πόλεμο και την Κατοχή.































Συνεχίζεται η έκθεση του ΤΑΚΗ ΜΥΛΩΝΑ στο Λαογραφικό Αράχωβας




Από αριστερά : Ο Πατήρ Χρήστος , ο  Κονίτσας, ο φρούραρχος των Ιταλών, η διερμηνέας Καρακαντού, ο Πατήρ Συνέσιος και τελευταίος ο Πατήρ Ανδρέας γιος του Πατρός Χρήστου


Συνεχίζεται για λίγες ημέρες ακόμα στο Λαογραφικό Μουσείο Αράχωβας , η έκθεση του ΤΑΚΗ ΜΥΛΩΝΑ με μοναδικό θέμα το ΕΠΟΣ του 1940 .
Φωτογραφίες γνωστές αλλά και άγνωστες , παρουσιάζονται για να μας θυμίσουν τους αγώνες που έχει δώσει η πατρίδα μας και ο τόπος μας , μαχόμενοι για την ελευθερία μας.
Στα φωτογραφικά στιγμιότυπα , αρκετοί θα αναγνωρίσουν τους πρόγονους τους, θα συζητούν για τα κατορθώματα των Ελλήνων και των Αραχωβιτών κατ επέκταση και στους παλαιότερους θα έρχονται στην μνήμη τους αυτές οι δύσκολες στιγμές που βίωσε η χώρας μας από τον πόλεμο και την Κατοχή.






Τρίτη 21 Μαΐου 2019

Δολοφονία στην Αντίκυρα το 469 π.Χ.

O μάντης Μεγιστίας: Το τέλος του Εφιάλτη και η ιστορική αλήθεια για τους «300» των Θερμοπυλών!


Από Newsroom -07:39 20/05/2019
Κοινοποίηση στο Facebook Κάντε Tweet στο Twitter

Η μάχη των Θερμοπυλών, που έγινε στα τέλη Αυγούστου (κατά την επικρατέστερη εκδοχή) του 480 π.Χ., αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα όχι μόνο της Ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας. Έχουν γραφτεί γι' αυτήν χιλιάδες άρθρα και βιβλία, ενώ δεν άφησε ανεπηρέαστη και την τέχνη.

Στο άρθρο αυτό, θα επικεντρωθούμε, κυρίως, σε σχετικά άγνωστες λεπτομέρειες της μάχης. Βασική πηγή γι' αυτήν, είναι ο «πατέρας της ιστορίας» Ηρόδοτος.

Κατά την αρχαιότητα, η περιοχή των Θερμοπυλών, διέφερε πολύ από την εικόνα που έχει σήμερα. Ο Στράβωνας (64 π.Χ. – 19 μ.Χ.), τοποθετεί τα στενά μεταξύ του Μαλιακού Κόλπου και του όρους Καλλίδρομο. Ο Σπερχειός και οι παραπόταμοί του, δημιούργησαν με τις προσχώσεις τους, τους επόμενους αιώνες, τη σημερινή κοιλάδα.

Κατά τη δεύτερη περσική εκστρατεία στην Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Ξέρξη, ο στρατός των Μήδων, αφού διέσχισε τη Θράκη, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, στρατοπέδευσε κοντά στην Τραχίνια, ανάμεσα στους ποταμούς Μέλα και Ασωπό. Υπολογίζεται ότι ο Ξέρξης είχε μαζί του 300.000 – 400.000 στρατιώτες.

Οι Έλληνες, στο συνέδριο της Κορίνθου (481 π.Χ.) επέλεξαν ως καταλληλότερη τοποθεσία για την αντιμετώπιση των Περσών, το στενό των Θερμοπυλών. Επικεφαλής των Ελλήνων, ήταν ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωνίδας Α', γιος του Αναξανδρίδα Β' και ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη Α' τον οποίο και διαδέχθηκε. Παντρεύτηκε μάλιστα την κόρη του, Γοργώ και απέκτησε μαζί της ένα γιο, τον Πλείσταρχο.

Συνολικά, ο Λεωνίδας είχε 6.200 άνδρες, που είχαν στρατοπεδεύσει στα Στενά των Θερμοπυλών, πίσω από ένα τείχος που είχαν χτίσει οι Φωκείς και ενίσχυσαν με πρόσθετα οχυρωματικά έργα.

Οι Αθηναίοι έστειλαν όλους τους άνδρες τους με τον στόλο στο Αρτεμίσιο και δεν διέθεσαν στρατό στον Λεωνίδα.

Μολών Λαβέ

Ο Ξέρξης, αρχικά, υπολόγιζε ότι οι Έλληνες θα υποχωρούσαν μπροστά στον όγκο του στρατεύματός του. Όταν αυτό δεν έγινε, έστειλε κήρυκες στον Λεωνίδα ζητώντας την παράδοση των όπλων. Η περήφανη απάντηση του Σπαρτιάτη βασιλιά «Μολών Λαβέ» (όπως αναφέρει ο Πλούταρχος), του χάρισε υστεροφημία και τον κατέταξε στις θρυλικές μορφές της παγκόσμιας ιστορίας…


Οργισμένος, ο Ξέρξης διέταξε επίθεση εναντίον των Ελλήνων. Όλες οι επιθετικές ενέργειες των δύο πρώτων ημερών αποκρούστηκαν από τους άνδρες του Λεωνίδα. Αυτό οφειλόταν στη στρατηγική του Σπαρτιάτη βασιλιά, στην υπεροχή των Ελλήνων σε οπλισμό και στη στενότητα του χώρου, που δεν επέτρεπε στους Πέρσες να αναπτυχθούν σε πλάτος και να αξιοποιήσουν τους εξαίρετους τοξότες τους. Ωστόσο, την τρίτη μέρα, τα πράγματα άλλαξαν… Ένας κάτοικος της Τραχίνιας, ο Εφιάλτης, γνώστης της περιοχής, υπέδειξε στον Ξέρξη το ορεινό πέρασμα (μονοπάτι) της Ανοπαίας ατραπού, που περνώντας από το όρος Καλλίδρομο, κατέληγε στα μετόπισθεν των Ελλήνων.

Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Ξέρξης δέχθηκε τη συμβουλή του Εφιάλτη και έστειλε τον Υδάρνη, επικεφαλής του επίλεκτου σώματος των Αθανάτων, να κυκλώσει τους Έλληνες. Ο Λεωνίδας είχε αναθέσει τη φύλαξη της Ανοπαίας ατραπού, σε χίλιους Φωκείς, οι οποίοι αιφνιδιάστηκαν από την κίνηση των Περσών και έφυγαν χωρίς καμία αντίσταση.

Σε λίγο, έφτασε η είδηση στο ελληνικό στρατόπεδο. Ο Λεωνίδας, βλέποντας πλέον ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αντιμετωπίσει τους Πέρσες, διέταξε τους συμμάχους του να φύγουν για να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο. Τελικά, με 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς πολέμησε γενναία, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Πέρσες.

Οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες και αφού ο Λεωνίδας είχε ήδη σκοτωθεί, υποχώρησαν πίσω από το τείχος των Φωκέων, στον λόφο του Κολωνού, όπου μετά από μια άνιση μάχη με τους άνδρες του Υδάρνη, σκοτώθηκαν όλοι.

Η γενναία αντίσταση του Λεωνίδα και των ανδρών του καθυστέρησε την κάθοδο των Περσών προς την Αθήνα, έδωσε τον χρόνο στον ελληνικό στόλο που ναυμαχούσε στο Αρτεμίσιο να υποχωρήσει έγκαιρα στα λιμάνια της Αττικής και το γεγονός της θυσίας τους, χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα υπακοής στους νόμους και εκτέλεσης του χρέους προς την πατρίδα.

Ο μάντης Μεγιστίας: Έμεινε δίπλα στον Λεωνίδα αν και «είδε» το θάνατό του

Όπως όμως σε κάθε μεγάλη μάχη, έτσι και σ' αυτή των Θερμοπυλών, υπάρχουν κάποια πρόσωπα και γεγονότα που δεν είναι ευρέως γνωστά.

Ο Μεγιστίας ήταν μάντης από την Ακαρνανία. Βρισκόταν στις Θερμοπύλες, κοντά στον Λεωνίδα και προέβλεψε την εξέλιξη της μάχης και το επερχόμενο τέλος όλων («… Μάντιος, ος τότε Κήρας επερχομένας σάφα ειδώς…»). Ωστόσο, ήταν ο μόνος, μαζί με τους Θεσπιείς, που έμεινε να πολεμήσει μαζί με τους Σπαρτιάτες.

Περήφανοι οι συμπατριώτες του, ανέθεσαν στον σπουδαίο επιγραμματοποιό και φίλο του Μεγιστία, Σιμωνίδη τον Κείο, να γράψει ένα επίγραμμα στον τάφο του «Αυτός εδώ, είναι ο τάφος του δοξασμένου Μεγιστία που κάποτε τον σκότωσαν οι Μήδοι όταν πέρασαν τον Σπερχειό, του μάντη που ενώ γνώριζε καλά πως πλησιάζει ο θάνατος δεν δέχθηκε να εγκαταλείψει τον βασιλιά της Σπάρτης».

Πόσοι ήταν τελικά οι «300»;

Το δεύτερο γεγονός που θα εξετάσουμε είναι αν ήταν όντως 300 οι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα. Φαίνεται ότι τελικά δεν ήταν 300 αλλά 298. Τι είχε γίνει;

Ο Λεωνίδας διέταξε τον Παντίτη, ένα από τους άνδρες του, να μεταβεί στη Θεσσαλία για να ζητήσει ενισχύσεις. Όταν επέστρεψε στις Θερμοπύλες, είδε όλους τους συντρόφους του νεκρούς. Γυρίζοντας στη Σπάρτη, κατηγορήθηκε για δειλία. Μην αντέχοντας να ζει μ' αυτή την κατηγορία, κρεμάστηκε, δίνοντας τέλος στη ζωή του.

Ο Αριστόδημος, λίγο πριν τη μάχη, έχασε το ένα μάτι του λόγω μόλυνσης, όπως και ο Εύρυτος. Ο Λεωνίδας τους διέταξε να επιστρέψουν στη Σπάρτη. Ο Εύρυτος ωστόσο, έμεινε, πολέμησε και σκοτώθηκε ενώ ο Αριστόδημος γύρισε στην πατρίδα του. Εκεί συνάντησε γενική περιφρόνηση και ονομάστηκε «τρέσας», εκείνος δηλαδή που δείλιασε. Όμως, τον επόμενο χρόνο, πήρε μέρος στη μάχη των Πλαταιών πολεμώντας γενναία και παράτολμα. Κατά μία εκδοχή σκοτώθηκε, ενώ σύμφωνα με άλλη, τραυματίστηκε βαριά και έζησε τουλάχιστον ως τη μάχη του Ευρυμέδοντα (470 π.Χ.), στην οποία ο Κίμωνας νίκησε τους Πέρσες.

Το τέλος του Εφιάλτη

Στον Εφιάλτη αναφερθήκαμε και παραπάνω. Το όνομά του έγινε συνώνυμο του προδότη.

Αν και όλοι γνωρίζουμε τον Εφιάλτη, πόσοι ξέρουν τι απέγινε μετά τη μάχη των Θερμοπυλών; Ήταν γιος του Ευρύδημου, Τραχίνιος, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή. Μετά τη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.), κατέφυγε στη Θεσσαλία θέλοντας να αποφύγει τη σύλληψη καθώς «οι πυλαγόρες» (οι τρεις αντιπρόσωποι κάθε πόλης στο αμφικτιονικό συνέδριο) της Δελφικής Αμφικτιονίας τον είχαν επικηρύξει με μεγάλο ποσό. Το 469 π.Χ. επέστρεψε στην Αντίκυρα, όπου δολοφονήθηκε από τον επίσης Τραχίνιο Αθηνάδη. Οι Σπαρτιάτες για την πράξη του αυτή, τίμησαν τον Αθηνάδη ως ήρωα.

Η επικήρυξη του Εφιάλτη και η ηρωοποίηση του Αθηνάδη κάνουν πολύ λίγο πιθανές τις εκδοχές να οδήγησαν μέσω της Ανοπαίας ατραπού τους Πέρσες στα νώτα των Ελλήνων κάποιοι άλλοι.

Ο Ονήτης από την Κάρυστο και ο Κορυδαλλός από την Αντίκυρα, σύμφωνα με παράδοση σύγχρονη του Ηρόδοτου ή οι αρχηγοί των Τραχινίων Καλλιάδης και Τιμαφέρνης, σύμφωνα με τον Κτησία.

amfipolinews.blogspot.com

Πηγή: O μάντης Μεγιστίας: Το τέλος του Εφιάλτη και η ιστορική αλήθεια για τους «300» των Θερμοπυλών!

Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

"ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ"




                 


Την ευκαιρία να γνωρίσουν ένα από τα παλαιότερα καταστήματα της Άμφισσας, το Φωτογραφείο ΛΑΛΑΣ, είχαν οι μαθητές της ΣΤ΄Δημοτικού του 3ου Δημοτικού Σχολείου Άμφισσας. Η δράση έγινε στο πλαίσιο του μαθήματος των Φυσικών Επιστημών, και συγκεκριμένα στην ενότητα ΦΩΣ (και είναι η πρώτη δράση του Φεστιβάλ του σχολείου) και αφορούσε τη λειτουργία της φωτογραφικής μηχανής. Το φωτογραφείο του Δημήτρη και Θύμιου Λαλά, επί της οδού Γιαγτζή, λειτουργεί ως επιχείρηση από το 1917 και είναι μία από τις παλαιότερες της πόλης. Μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά και σήμερα οι ιδιοκτήτες αποτελούν την τρίτη γενιά που εργάζονται στην ιστορική επιχείρηση. Ο κ. Δημήτρης μας μίλησε για την ιστορία της φωτογραφίας, μας έδειξε την πρώτη φωτογραφία που έβγαλε ο άνθρωπος στις αρχές του 18ου αιώνα, μάθαμε για της ηλιοφωτογραφίες, παρατηρήσαμε παλιές φωτογραφικές μηχανές ανά εποχή και γνωρίσαμε τον τρόπο εκτύπωσης των φωτογραφιών, μέχρι να φτάσουμε στη σημερινή ψηφιακή εποχή της φωτογραφίας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα ενημέρωση σε ένα ιστορικό κατάστημα της Άμφισσας. Ευχαριστούμε θερμά τους ιδιοκτήτες για τη φιλοξενία τους!!!!

Με εκτίμηση
Νικόλαος Παπούλιας

Περισσότερα στο blog του σχολείου:


Σχόλια Facebook