Φαντάσματα
Η Σάντρα, λικνίζεται προκλητικά, στο ρυθμό της μουσικής του λαϊκού βάρδου και ινδάλματος των χωρικών του Ελικώνα Αντρέα Τσαούση, που ακατάπαυστα και σχεδόν στη διαπασών ακούγεται από τις ηχητικές εγκαταστάσεις όλων των κέντρων διασκέδασης της περιοχής. Αφήνει, το ακόμα καλλίγραμμο κορμί της, να υπόσχεται παράδεισους, γαίες επαγγελίας και μακάρων, αλλά κανείς από τους ερωτοδύναμους νεαρούς, στην ταβέρνας του Λουκά του Γκίκα στο Κυριάκι, δεν ενδιαφέρεται για παράδεισους εξερευνημένους κατ’ επανάληψη μέχρι την τελευταία τους πτυχή.
Έτσι, η μοναδική μούσα που παρέμεινε ζωντανή χωρίς να αυτοεξοριστεί από τον αλλοτριωμένο Ελικώνα, χορεύει μόνη της, για τους παλιούς της έρωτες, που αόρατοι και πιστοί μαζεύτηκαν γύρω της και την καμαρώνουν…
Οι γηραιοί θαμώνες, θαυμάζουν το χορό της κι αναπολούν τη νιότη τους, οικτίροντας τη ζωή που επιτρέπει στο χρόνο να οξειδώνει ανεπανόρθωτα τα σώματά κι αφήνει την ψυχή τους ανέπαφη, κορίτσι ερωτιάρικο, έτοιμο να πυρπολήσει και ν’ αποτεφρωθεί στις ερωτικές κονίστρες. Και να ήτανε, λέει, πενήντα χρόνια νεότεροι, έφηβοι όπως και η ψυχή τους, να την αρπάξουν στην αγκαλιά τους και ν’ αντιβουίσει το φαράγγι της Κλεισούρας από τις φωνές και τους αναστεναγμούς του πολεμοχαρούς έρωτα, που αλυσοδεμένος μα αγέραστος, λυσσομανάει αδάμαστος μέσα στα σπλάχνα τους…
Οι νέοι, ούτε που καταδέχονται πλέον να κοιτάξουν το χορό, μιας από τις ιέρειες που τους μύησε για πρώτη φορά στα ιδιαζόντως φωτερά, ζοφερά μυστήρια του έρωτα. Της γυναίκας που η αγκαλιά της εξέδωσε τα απαραίτητα πιστοποιητικά και πέρασαν θριαμβευτικά στις τάξεις των αρσενικών που αντρώθηκαν πλέον και μπορούν να στηριχτούν στα δικά τους πόδια και να μπουν ως ισότιμα μέλη, στα ανδροκρατούμενα καφενεία και τις ταβέρνες του χωριού τους.
Αχάριστη νεολαία, σκληρή... Κανένα βλέμμα πλέον, αντίδωρο, στις απελπισμένες βουβές επικλήσεις της γερασμένης αλλοδαπής ευεργέτιδας θεάς, που ηθελημένα εξόκειλε στο χωριό τους.
Όταν ο άντρας της τελείωσε τη δουλειά του και θα επέστρεφε στη Γαλλία, αυτή αρνήθηκε να τον ακολουθήσει, έμεινε εδώ, στη χώρα του έρωτα, στη χώρα που κατοικούν οι Θεοί και συγκεκριμένα ένας Θεός, αγαπημένος, πανέμορφος, ο Μάρκος.
Σκληρός και ανελέητος, όπως οι περισσότεροι θεοί, μα εξόχως αγαπημένος. Εκείνη, δεν ζήταγε τίποτε άλλο παρά μόνο να είναι κοντά του, να τον ακούει που αναπνέει, να τον βλέπει που ζει, που χαμογελάει, που της ρίχνει, ελεημοσύνη, ένα βλέμμα να την δροσίσει και να την συνταράξει. Κι όταν του περισσεύει για χάρη της ένα χάδι, να την ανεβάζει στους ερωτοφλεγείς ουρανούς, ένα φιλί να βάζει το σεισμό μέσα της να χορεύει ξέφρενα, μια ονειρεμένη αγκαλιά να δυναμιτίζει το διάπυρο κορμί της, να το κόβει σε μικρά κομμάτια, μόρια, άτομα, να εισχωρεί μέσα τους και να τα διασπά με αλλεπάλληλους εκκωφαντικούς κρότους, να υψωθούν μανιτάρια φωτιάς στους γαλαξίες, και να ξεσπάσει ερωτική αστραποθύελλα με απρόβλεπτες συνέπειες για την σταθερότητα του κόσμου. Και η τέφρα του σώματός της, ευτυχισμένη να πλημμυρίσει το σύμπαν, να στροβιλίζεται μέσα σ’ ένα συμπαντικό κυκλώνα, μέχρι που να συμπτυχθεί και να γίνει ένα μικρό, ερωτευμένο, φωτεινό αστέρι με τ’ όνομά της.
Και να μείνει εκεί, μακριά, να μην μπορούν να την προσβάλλουν οι άξεστοι χωρικοί, να μην μπορούν να την φτάσουν οι πολυπληθείς έρωτες του Μάρκου και οι δικοί της οι άπειροι να την μαχαιρώνουν, να μπορεί να κοιτάζει από ψηλά τους αγαπημένους της, σε απόσταση ασφαλείας γιατί οι αγαπημένοι πληγώνουν, μα πιο πολύ να βλέπει το Μάρκο και ν’ αγάλλεται η ψυχή της.
Αμέτρητοι άντρες πέρασαν από τη ζωή της κι όλοι αγαπημένοι. Μα όταν πριν από τριάντα χρόνια,


























